Λαϊκιστές και νομιμοποίηση: Τα δύο αγκάθια των ευρωεκλογών

Ανησυχία από την άνοδο των ακραίων στοιχείων στην Ευρώπη

Πολλή συζήτηση έχει γίνει για την άνοδο λαϊκιστών, ακραίων και εθνικιστών στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια και για τον κίνδυνο να αλωθεί η Ευρωβουλή ή τέλος πάντων να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων στο νέο Ευρωκοινοβούλιο που θα προκύψει από τις εκλογές της Κυριακής. 

Όπως ισχυρίζονται αναλυτές, είναι πολύ απλοϊκό να ειπωθεί ότι “οι λαϊκιστές, οι ακραίοι και οι εθνικιστές” θα είναι οι νικητές των εκλογών. Κι αυτό διότι τα πράγματα δε λογίζονται στην Ευρωβουλή με την απλή καταγραφή “δεξιοί-αριστεροί”, όπως συμβαίνει σε εθνικό επίπεδο.  Οι περισσότεροι από τους ευρωσκεπτικιστές ανήκουν σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες. Θεωρείται εντελώς απίθανο να κατορθώσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ώστε πράγματι να αποκτήσουν τη δύναμη που θα ήθελαν στη νέα Ευρωβουλή, η οποία θα αποτελείται από 705 μέλη, εφόσον δεχθούμε ότι κάποια στιγμή σύντομα το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρήσει. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία”, το οποίο από τους 7 ευρωβουλευτές που είχε εκλέξει το 2014 έχει μόνο έναν υπό τη σημαία του κόμματος! Οι υπόλοιποι ανήκουν σε διαφορετικές πολιτικές ομάδες.

Για να αντιληφθείτε τις διαφορές που υπάρχουν, αναλογισθείτε το εξής: Θα έλεγε κάποιος ότι ο Ιταλός Σαλβίνι και ο Ούγγρος Όρμπαν έχουν τις ίδιες πολιτικές απόψεις σε εθνικό επίπεδο. Όμως σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι διαφορές τους είναι χαώδεις. Ο Σαλβίνι ζητά από τα υπόλοιπα μέλη της Ε.Ε. να μοιρασθούν επί ίσοις όροις το βάρος των προσφύγων, κάτι που ο ακροδεξιός Όρμπαν δε θέλει ούτε καν να ακούσει. Μαζί με τον Ούγγρο τάσσονται ο σοσιαλιστής Σλοβάκος πρωθυπουργός Πελεγκρίνι, ο φιλελεύθερος Τσέχος Μπάμπις και ο συντηρητικός Πολωνός Μοραβιέτσκι!! Και όμως…

Στις εκλογές της 26ης Μαΐου ένα ακόμη μεγάλο θέμα θα τεθεί από ευρωσκεπτικιστές και επιφυλακτικούς ως προς τα οφέλη της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η νομιμοποίηση τους.

Από την πρώτη φορά που τα μέλη του Ευρωκοινοβουλίου εξελέχθησαν με απευθείας καθολική ψηφοφορία το 1979, ήτοι πριν από σαράντα χρόνια, η συμμετοχή βαίνει συνεχώς μειούμενη. Σε έναν μέσο όρο η συμμετοχή ήταν υψηλότερη από το 50% μέχρι το 1994.  Άρχισε με 61,99% το 1979 και κατέβηκε στο 56,61% το 1994. Ακόμη και στις εκλογές του 1999 ήταν κοντά στο 50% (49,51%). Από τότε και μέχρι σήμερα η συμμετοχή ήταν πάντα κάτω από το 50%, με 45,7% το 2004 και 42,61% το 2014.

Υπάρχει κι ένα συνταρακτικό παράδοξο. Στις χώρες που η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική η συμμετοχή είναι υψηλή. Στο Βέλγιο ψήφισε το 91,36% το 1979 και το 89,4% το 2014, στο Λουξεμβούργο το 85,55% και στη Μάλτα το 74,8% -πάντα το 2014. Στην Ελλάδα όμως, παρά το γεγονός ότι η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική, το 2014 ψήφισε μόλις το 59,97%, ενώ το 1981, τη χρονιά που η χώρα μπήκε η χώρα στην ΕΟΚ, η συμμετοχή είχε φθάσει στο 81,48%. Η πτώση της συμμετοχής ήταν ακόμη πιό γοργή για την Κύπρο, η οποία μετείχε για πρώτη φορά σε ευρωεκλογές το 2014 με 72,5% συμμετοχή, για να πέσει στο 43,97% το 2014. Μέσα σε δέκα χρόνια δηλαδή.

Γενικά πάντως στις χώρες που έγιναν μέλη της Ε.Ε. με τη διεύρυνση του 2004, χώρες κυρίως της πρώην ανατολικής Ευρώπης, οι ευρωπαϊκές εκλογές ποτέ δεν είχαν υψηλή συμμετοχή. Το ίδιο συμβαίνει με την Ολλανδία και τη Γαλλία, παρά το γεγονός ότι ανήκουν στις ιδρυτικές χώρες. Οι ευρωσκεπτικιστές λοιπόν, εφόσον η συμμετοχή θα είναι μικρή, θα διατυπώσουν τη θέση τους ότι οι ευρωπαίοι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για το κοινό μέλλον και ότι θα πρέπει να γίνουν ριζικές αλλαγές στο όλο σύστημα.
 

Follow us: